δυσδιάκριτος
δυσδιάκριτος, hard to distinguish
- hard to distinguish, Str. 13.4.12, Clytus 1; ἀξίαι Plu. QConv. 2.617d; δ. ἀπό . . Corn. ND 31.
- II of litigants, whose case is hard to decide, D.S. 33.28a.
- III hard to digest, Xenocr. 9.
I
1 difícil de distinguir, indistinguible
δ. ἐστι τὸ ... γένος
τὰ νότια μέρη ... δυσδιάκριτα εἶναι, παραπίπτοντα εἰς ἄλληλα
τὰ τοῦ θεοῦ ἴδια
ἡ δὲ (διάθεσις) μετὰ τοῦ πεπληρῶσθαι δ. ἐστιν
πάντα ὅμοια καὶ δυσδιάκριτα
δυσδιάκριτον ποιεῖ τὴν βάσιν
τὸ πρᾶγμα
τὸ δ' ὅμοιον ἐν τῷ ὁμοίῳ δ.
ὁ μὲν οὐσιώδης ... δ. ἀπὸ τῆς οὐσίας ἐστίν
δ. ἐστι ταῖς ἀκοαῖς ἡ ἐξαλλαγὴ τοῦ μέλους
ὅθεν καὶ δυσδιάκριτόν ἐστι τῷ πίνοντι πότερον γάλα ἐστὶν ἢ οὔ
2 de litigantes cuyo caso es difícil de fallar D.S.33.28b
• difícil de juzgar o discernir
προβλήματα ... ἐν οἷς δ. τοῦ πιθανωτέρου ἡ εὕρεσις
3 medic. difícil de digerir
ποτάμιοι (ἰχθύες)
II adv. -ως con dificultad de interpretación
glos. a δυσκρίτως