δυσδέρκετος
δυσ-δέρκετος, ον, = sq., Opp. C. 2.607.
de aspecto terrible
γένος (πιθήκων)
δυσ·δέρκετος, ος, ον, c. le suiv. Opp. C. 2, 607.
δυσδέρκετος, = δυσδερκής, Opp. C. 2.607.
de aspecto terrible
γένος (πιθήκων)