δυσδιάφθαρτος
δυσδιάφθαρτος, hard to break up
δυσδιά-φθαρτος, ον,
- hard to break up, τὰ δ. βραδυπεψίας ἐργάζεται Gal. 7.209.
medic. difícil de digerir
ἡ σὰρξ ... τῶν ὀστρακοδέρμων ζῴων
βραδυπεψίας δὲ ἐργάζεται τὰ δυσδιάφθαρτα