Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δυσδιαχωρητικός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δυσδιάβατος
δυσδιαγνωστικός
δυσδιάγνωστος
δυσδιάγωγος
δυσδιάθετος
δυσδιαίρετος
δυσδιαίτητος
δυσδιακόμιστος
δυσδιακόντιστος
δυσδιάκριτος
δυσδιάλλακτος
δυσδιάλυτος
δυσδιανόητος
δυσδιάνοικτος
δυσδιάπλαστος
δυσδιάπνευστος
δυσδιαπόρευτος
δυσδιάσπαστος
δυσδιαστατέω
δυσδιάστατος
δυσδιάτηκτος
δυσδιάτμητος
δυσδιατύπωτος
δυσδιάφευκτος
δυσδιάφθαρτος
δυσδιαφορησία
δυσδιαφόρητος
δυσδιάφυκτος
δυσδιαφύλακτος
δυσδιαχείριστος
δυσδιαχωρητικός
δυσδιαχώρητος
δυσδιαχώριστος
δυσδίδακτος
δυσδιέγερτος
δυσδιέξακτος
δυσδιεξίτηλος
δυσδιεξίτητος
δυσδιεξόδευτος
δυσδιέξοδος
δυσδιερεύνητος
δυσδιήγητος
δυσδιήλυτος
δυσδιόδευτος
δυσδίοδος
δυσδιοικητικός
δυσδιοίκητος
δυσδιοικονόμητος
δυσδιόρατος
δυσδιόρθωτος
δυσδιόριστος
δυσδίωκτος
δυσδοκίμαστος
δύσδωρος
δύσεα
δυσέγερτος
δυσεγκαρτέρητος
δυσεγκλήμων
δυσεγχείρητος
δυσέγχωστος
δύσεδρος
…
δυσδιαχωρητικός
Save
DGE
δυσδιαχωρητικός
-ή, -όν
difícil de evacuar
τὸ μὲν ὄμβριον (ὕδωρ)
Ruf.
Fr
.66.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}