δυσδιαστατέω
δυσδιαστατέω, to be unstable
δυσδια-στᾰτέω,
- to be unstable, dub. in Plu. Es. carn. 1 2.993e.
ser impenetrable
ἀὴρ ... θολερῷ καὶ δυσδιαστατοῦντι πεφυρμένος ὑγρῷ