δυσδιερεύνητος
δυσδιερεύνητος, hard to search through
δυσδι-ερεύνητος, ον,
- hard to search thoroughly, Pl. R. 432c, D.C. 51.26, Them. Or. 21.254d.
difícil de explorar
τόπος
τὰ στόμια αὐτοῦ (τοῦ σπηλαίου)
• fig.,
πολλὰ δύσβατα καὶ ἐπίσκια καὶ ... δυσδιερεύνητα
δυσ·διερεύνητος, ος, ον, difficile à rechercher ou à explorer, Plat. Rsp. 432c ; DC. 51, 26 ; Thém. 254d.
Étym. δ. διερευνάω.
δυσδιερεύνητος, schwer zu durchforschen ; τόπος Plat. Rep. IV.432c ; Sp.
δυσδιερεύνητος
δυσ-διερεύνητος, ον
διερευνάω
- hard to search through, Plat.