δυσπαράπιστος
1 difícil de disuadir, indómito
ἐπὰν ὑπὸ θυμοῦ κρατηθῶμεν, δυσπαραπιστότεροι (ἡμεῖς)
2 imposible de falsificar, de toda garantía
(σφραγίδες θριπήδεστοι)
δυσ·παρά·πιστος, ou p.-ê. δυσπαράπειστος, ος, ον [ᾰᾰ] difficile à dissuader, Arstt. Physiogn. 5, 3 au cp. -ότερος.
Étym. δ. παραπείθω.