δυσπαράπλοος Save DGE Bailly 2024 δυσπαράπλοος -ον • Alolema: contr. -ους, -ουν difícil de costear o perlongar αἰγιαλὸς ... κρημνώδης καὶ δ. D.S.3.44. δυσ·παράπλοος-ους, οος-ους, οον-ουν [πᾰ] c. le préc. DS. 3, 44.