δυσόφθαλμος
δυσόφθαλμος, offensive to the sight
δῠσ-όφθαλμος, ον,
- offensive to the sight, αἶσχος Telest. 1.3.
ofensivo para la vista
αἶσχος
δυσ·όφθαλμος, ος, ον [ῠ] d’aspect hideux, Télest. (Ath. 616f).
Étym. δ. ὀφθαλμός.