δυσπαράκλητος
δυσπαράκλητος, inexorable
δυσπαράκλητος, ον,
- inexorable, Sch. S. OT 334; τὸ δ. τοῦ τρόπου J. AJ 16.5.4 (v.l. δυσπαραιτ-).
implacable, inexorable
τὸ σκληρὸν καὶ τὸ δ. τοῦ τρόπου
ἀτελεύτητος δὲ δυσαξίωτος, δ.
glos. a δυσπαραίτητος
ἀναίδεια
δυσπαράκλητος, schwer zu besänftigen, Sp., wie Schol. Soph. O.R. 336.