εὐάκεστος
εὐάκεστος, easy to remedy
εὐάκεστος [ᾰ], ον, (ἀκέομαι)
- easy to remedy, ἁμαρτάδες εὐακεστότεραι Hp. Acut. 39.
εὐ·άκεστος, ος, ον [ᾰ] (seul. cp. -ότερος) facile à guérir, Hpc. 390, 29.
Étym. εὖ, ἀκέομαι.
εὐάκεστος, leicht zu heilen, Hippocr.