εὐκατακράτητος
εὐκατακράτητος, easy to hold
εὐκατα-κράτητος [κρᾰ], ον,
- easy to hold or defend, Plb. 4.56.9.
εὐ·κατακράτητος, ος, ον [κρᾰ] facile à défendre, Pol. 4, 56, 9.
Étym. εὖ, κατακρατέω.
εὐκατακράτητος, leicht zu behaupten, Pol. 4.56.9.