εὐπαραίτητος
εὐπαραίτητος, placable
εὐπαραίτητος, ον,
- placable, Plu. Phoc. 29, Dio 47; ἐπί τινι γενέσθαι D.C. 42.18 (ἀπ- codd.).
- 2 easily disposed of, τρόπος S.E. P. 2.204.
- 3 furnishing a good ground of excuse, D.L. 3.78 (s.v.l.).
εὐ·παραίτητος, ος, ον, facile à apaiser, Plut. Phoc. 29, Dio. 47.
Étym. εὖ, παραιτέω.
εὐπαραίτητος, leicht zu erbitten, zu versöhnen ; Plut. Phoc. 29 ; καὶ πρᾷος τοῖς ἁμαρτάνουσι Dio 47.
εὐπαραίτητος
εὐ-παραίτητος, ον
παραιτέομαι
- placable, Plut.