Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐτρυφάλειος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐύτρητος
εὐτρίαινα
Εὐτρίαινα
εὐτριαίνης
εὐτριβής
ἐϋτριβής
εὔτριπτος
ἐύτριχας
ἐΰτριχας
εὔτριχος
εὔτριψ
εὐτριψία
εὐτροπέομαι
εὐτροπία
εὔτροπις
Εὐτροπίων
εὔτροπος
εὐτρόσσεσθαι
εὐτροφέω
εὐτροφής
εὐτροφία
εὐτροφιάω
εὔτροφος
εὐτρόχαλος
εὔτροχος
ἐΰτροχος
ἐύτροχος
εὐτρόχως
εὐτρύγητος
εὐτρύπητος
εὐτρυφάλειος
εὔτρωτος
εὐτυκάζομαι
εὐτυκής
εὐτυκίζω
εὔτυκος
εὔτυκτος
ἐΰτυκτος
εὔτυπος
εὐτύπωτος
εὐτύχεια
εὐτυχευδοξέω
εὐτυχέω
εὐτυχέως
εὐτύχημα
εὐτυχής
εὐτύχησις
εὐτυχία
Εὐτυχιάδης
Εὐτυχίδης
εὐτυχίη
Εὐτυχίς
εὔτυχος
Εὔτυχος
εὐτυχῶς
εὐύαλος
εὔυγρος
εὐυδρέω
εὐυδρία
εὔυδρος
εὐυμνία
…
εὐτρυφάλειος
Save
LSJ
εὐτρῠφάλειος [ᾰ],
gloss on εὐκόρυφος, Sch.
Opp.
C.
1.362.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}