Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὔτρωτος
εὔτρωτος, easily wounded
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐτρίαινα
Εὐτρίαινα
εὐτριαίνης
εὐτριβής
ἐϋτριβής
εὔτριπτος
ἐύτριχας
ἐΰτριχας
εὔτριχος
εὔτριψ
εὐτριψία
εὐτροπέομαι
εὐτροπία
εὔτροπις
Εὐτροπίων
εὔτροπος
εὐτρόσσεσθαι
εὐτροφέω
εὐτροφής
εὐτροφία
εὐτροφιάω
εὔτροφος
εὐτρόχαλος
εὔτροχος
ἐΰτροχος
ἐύτροχος
εὐτρόχως
εὐτρύγητος
εὐτρύπητος
εὐτρυφάλειος
εὔτρωτος
εὐτυκάζομαι
εὐτυκής
εὐτυκίζω
εὔτυκος
εὔτυκτος
ἐΰτυκτος
εὔτυπος
εὐτύπωτος
εὐτύχεια
εὐτυχευδοξέω
εὐτυχέω
εὐτυχέως
εὐτύχημα
εὐτυχής
εὐτύχησις
εὐτυχία
Εὐτυχιάδης
Εὐτυχίδης
εὐτυχίη
Εὐτυχίς
εὔτυχος
Εὔτυχος
εὐτυχῶς
εὐύαλος
εὔυγρος
εὐυδρέω
εὐυδρία
εὔυδρος
εὐυμνία
εὔυμνος
…
εὔτρωτος
Save
εὔτρωτος, easily wounded
LSJ
εὔτρωτος, ον,
easily wounded,
Gal.
UP
1.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}