Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐτυκίζω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐτριβής
ἐϋτριβής
εὔτριπτος
ἐύτριχας
ἐΰτριχας
εὔτριχος
εὔτριψ
εὐτριψία
εὐτροπέομαι
εὐτροπία
εὔτροπις
Εὐτροπίων
εὔτροπος
εὐτρόσσεσθαι
εὐτροφέω
εὐτροφής
εὐτροφία
εὐτροφιάω
εὔτροφος
εὐτρόχαλος
εὔτροχος
ἐΰτροχος
ἐύτροχος
εὐτρόχως
εὐτρύγητος
εὐτρύπητος
εὐτρυφάλειος
εὔτρωτος
εὐτυκάζομαι
εὐτυκής
εὐτυκίζω
εὔτυκος
εὔτυκτος
ἐΰτυκτος
εὔτυπος
εὐτύπωτος
εὐτύχεια
εὐτυχευδοξέω
εὐτυχέω
εὐτυχέως
εὐτύχημα
εὐτυχής
εὐτύχησις
εὐτυχία
Εὐτυχιάδης
Εὐτυχίδης
εὐτυχίη
Εὐτυχίς
εὔτυχος
Εὔτυχος
εὐτυχῶς
εὐύαλος
εὔυγρος
εὐυδρέω
εὐυδρία
εὔυδρος
εὐυμνία
εὔυμνος
εὐυπάντητος
εὐυπέρβατος
εὐυπέρβλητος
…
εὐτυκίζω
Save
LSJ
Pape
εὐτῠκ-ίζω,
= εὐτυκάζομαι,
Hsch.
,
EM
399.17.
εὐτυκίζω
, ἑτοιμάζω,
EM
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}