εὐχάριτος
εὐχάριτος, agreeable, pleasant
εὐχάρῐτος, ον, freq. v.l. for foreg., as in Arist. HA 592b24.
εὐ·χάριτος, ος, ον [ᾰῐ] agréable, Arstt. H.A. 8, 3 ||
Cp. -ιτώτερος, El. N.A. 1, 59 ; sup. -ιτώτατος, App. Civ. 2, 26 (conj. -ιστότατος).
Étym. εὖ, χάρις.
εὐχάριτος, = εὐχάριστος, ὀρνίθιον Arist. H.A. 8.3, wo Bekker εὔχαρι aufgenommen hat ; den superlat. εὐχαριτώτατος s. unter εὔχαρις.