εὐχάλκωτος
εὐχάλκωτος, ον, (χαλκόω)
- = foreg., κρεάγρα AP 6.305.5 (Leon.).
εὐ·χάλκωτος, ος, ον, bien travaillé en airain, Anth. 6, 305.
Étym. εὖ, χαλκόω.
εὐχάλκωτος, schön aus Erz gearbeitet, κρεάγρα Leon.Tar. 14 (VI.305).
εὐχάλκωτος
εὐ-χάλκωτος, ον
χαλκόω
= εὔχαλκος, Anth.