εὑρέτρια Save LSJ Bailly 2024 Pape εὑρέτρια, ἡ, = εὑρέτις, D.S. 5.67, POxy. 1380.185 (ii A.D.). εὑρέτρια, ας (ἡ) inventrice, DS. 5, 67. Étym. εὑρίσκω. εὑρέτρια, ἡ, = εὑρέτις, DS. 5.67.