θαλασσία Save LSJ Bailly 2024 Pape θᾰλασσ-ία, ἡ, = ἀνδρόσακες, Ps.-Dsc. 3.133. θαλασσία, ας (ἡ) c. ἀνδρόσακες, Diosc. 3, 140. Étym. θαλάσσιος. θαλασσία, ἡ, eine Pflanze, Diosc.