θαλασσίτης
θαλασσίτης, sunk in the sea
θᾰλασσ-ίτης [ῑ] οἶνος, ὁ,
- wine sunk in the sea, to ripen it, Plin. HN 14.78.
θαλασσίτης, ου [θᾰ] adj. m. : θ. οἶνος, vin conservé dans l’eau de mer, Plin. H.N. 14, 10.
Étym. θάλασσα.
θαλασσίτης, οἶνος, = θαλασσίας. Vgl. θαλασσόω.