Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θεραπνίδιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θεραπαινίδιον
θεραπαινίς
θεραπεία
Θεραπεία
θεράπευμα
θεραπευσία
θεραπεύσιμος
θεράπευσις
θεραπευτέον
θεραπευτέος
θεραπευτήρ
θεραπευτής
θεραπευτικός
θεραπευτικῶς
θεραπευτίς
θεραπευτός
θεραπεύτρια
θεραπευτρίς
θεραπεύω
θεραπηΐη
θεραπήϊος
θεραπηΐς
θεραπίδιον
θεράπιον
θεραπίς
Θεράπνα
Θεράπναι
Θεραπναῖος
θεράπνη
Θεράπνη
θεραπνίδιον
θεράπνιον
θεραπνίς
θεραπόντιον
θεραποντίς
θεραπουσία
θεράπων
θέραψ
θερεία
θερείαυλος
θερείβοτος
θερειγενής
θερειλεχής
θερεινόμος
θέρειος
θερείποτος
θερείτατος
θερείω
θερέσιμον
θερέσιμος
θέρετρον
θερέω
θερήγανον
θέρηγνον
θεριακός
θερίδδεν
θερίδδω
θερίδιον
θερίζω
θερίκλειον
θερίνεος
…
θεραπνίδιον
Save
Pape
θεραπνίδιον
, τό, dim. zu θεράπνη, Hesych.; auch θεράπνιον.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}