θεραπνίς
θερᾰπ-νίς, ίδος, ἡ, poet.,
- = θεραπαινίς, AP 9.603 (Antip.).
θεραπνίς, ίδος (ἡ) petite servante, Anth. 9, 603.
Étym. θέραψ.
θεραπνίς, ίδος, ἡ, = θεραπαινίς, Dienerin, Antip.Thess. 70 (IX.603).
θεραπνίς, ίδος
poet. contr. from θεραπαινίς, Anth.