θηριόβρωτος
θηριό-βρωτος, ον,
- = θηρόβορος, D.S. 18.36.
θηριό·βρωτος, ος, ον, dévoré par des bêtes sauvages, Spt. Gen. 44, 28 ; DS. 18, 36 ; Chrys. 4, 219 ; Nyss. 2, 263.
Étym. θηρίον, βρωτός.
θηριόβρωτος, von Tieren verzehrt, DS. 18.36.