θήρη
θήρη, hunting, chase, game
θήρη, v. θήρα.
θήρη
-ης, ἡ
[θήρ.]
- 1
Hunting, the chase: αἵμονα θήρης Il. 5.49. Cf. Il. 10.360: Od. 19.429.
- 2
The quarry: ἔδωκε θεὸς μενοεικέα θήρην Od. 9.158.
- 1
θήρη (θήρ): hunting, chase, game.