θήρημα Save LSJ Bailly 2024 Pape θήρημα, θηρητήρ, θηρ-ήτειρα, θηρ-ήτωρ, Ion. for θήρᾱμα, etc. θήρημα, v. θήραμα. θήρημα, τό, ion. = θήραμα, Arist. scol. Iac. 1.