θήρευσις
θήρευσις, hunting, the chase
θήρ-ευσις, εως, ἡ,
- hunting, the chase, πεζῶν Pl. Lg. 824a: metaph., ὀνομάτων θηρεύσεις Id. Tht. 166c.
θήρευσις, εως (ἡ) action de chasser, chasse, poursuite, Plat. Leg. 824a ; fig. Plat. Theæt. 166c.
Étym. θηρεύω.
θήρευσις, ἡ, das Jagen ; neben ἄγρα Plat. Legg. VII.824a ; übertr., ὀνομάτων Theaet. 166c.
θήρευσις, εως
θηρεύω
- hunting, the chase, Plat.