θρέπτειρα
θρέπτειρα, feeder, rearer
θρέπ-τειρα, ἡ,
- fem. of θρεπτήρ, E. Tr. 195 (lyr.), AP 5.105 (Diotim.), 6.51: metaph., Δίκη θ. πολήων Opp. H. 2.680.
θρέπτειρα, ας, fém. de θρεπτήρ, Eur. Tr. 195 ; Anth. 5, 106 ; 6, 51 ; fig. Opp. H. 2, 680.
θρέπτειρα, ἡ, Ernährerin ; παίδων Eur. Tr. 195 ; sp.D., wie Δίκη θρ. πολήων Opp. H. 2.680 ; Phrygien λεόντων θρ. Ep.adesp. 174 (VI.51).
θρέπτειρα, ἡ,
fem. of θρεπτήρ, Eur., Anth.