θρεκτικός
θρεκτικός, able to run
θρεκ-τικός, ή, όν, (τρέχω)
- able to run, Att. for τροχαστικός, acc. to Moer. p.187 P.: Sup. -ώτατος Hsch.
θρεκτικός, zum Laufen geschickt, schnell, nach Moeris attisch für τροχαστικός.