θρεμματοτροφέω
θρεμματοτροφέω, keep cattle
θρεμμ-ᾰτοτροφέω,
- keep cattle, D.S. 2.54, Str. 15.1.41.
θρεμματο·τροφέω-ῶ [ᾰ] nourrir des bestiaux, DS. 2, 54 ; Str. 704.
Étym. θρέμμα, -τροφος de τρέφω.
θρεμματοτροφέω, Zuchtvieh halten ; ἀγέλας μεγάλας DS. 2.54 ; Strab. XV.704.