θρεοκάρδιος Save Bailly 2024 Pape θρεο·κάρδιος, v. θρασυκάρδιος. θρεοκάρδιος, ἀνήρ, Anacr. 65.5, Schol. Hephaest. p. 125, l.d. , betrübtes Herzens ; Conj. θεοκάρδιος u. θρασυκάρδιος, s. Bergk.