Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θρεπτάριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θράττω
θραῦλος
θραυλός
θραῦμα
θραύπαλος
θραυπίς
θραυρός
θραυσάντυξ
θραῦσις
θραῦσμα
θραυσμός
θραυστήριος
θραύστης
θραυστός
Θραῦστος
θραύω
θράω
Θρέϊσσα
Θρεΐσσᾳ
θρεκτικός
θρεκτός
θρέμμα
θρεμματικός
θρεμμάτιον
θρεμματοτροφέω
θρεξ
θρέξασκον
θρεοκάρδιος
θρέομαι
θρέπτα
θρεπτάριον
θρέπτειρα
θρεπτέον
θρεπτέος
θρεπτήρ
θρεπτήριος
θρεπτήτωρ
θρεπτικός
θρεπτός
θρέπτρα
θρεσκεία
θρεσκός
θρεττανελό
θρέττε
θρεῦμαι
θρεψ
θρέψα
θρεψήνωρ
θρεψίππας
θρέψις
θρέψω
θρέω
Θρη
θρηϊκή
Θρηΐκη
Θρηϊκίη
Θρηΐκιος
Θρηίκιος
Θρῆϊξ
Θρῆιξ
Θρήϊσσα
…
θρεπτάριον
Save
LSJ
θρεπ-τάριον, τό,
=
θρεμμάτιον,
CIG
(add.) 4303h6 (Lycia),
PPar.
p.422 (ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}