καθυγρασμός
καθυγρασμός, moistening
καθυγρ-ασμός, ὁ,
- moistening, Sor. 1.120, Aët. 5.118.
καθυγρασμός, οῦ (ὁ) [κᾰ] humidité, Aét. p. 93, 34.
Étym. καθυγραίνω.
καθυγρασμός, ὁ, Anfeuchtung, Sp.