Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθυβριστέον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθομοιόω
καθομολογέω
καθομολογία
κάθομον
καθόπερ
καθοπλίζω
καθόπλισις
καθοπλισμός
καθοπτεύει
καθορατικός
καθοράω
καθορίζω
καθοριστικός
καθοριστικῶς
καθορμάω
καθορμέω
καθορμίζω
καθόρμιον
καθόρμισις
καθόσιος
καθοσιότης
καθοσιόω
καθοσίωσις
καθοσιωτέον
καθόσον
καθότι
καθοῦ
κάθου
καθουφήν
καθυβρίζω
καθυβριστέον
καθυγίασις
καθυγραίνω
καθυγρασμός
κάθυγρος
κάθυδρος
καθυλακτέω
καθυλίζω
καθυλομανέω
καθυμνέω
καθύομαι
καθυπακούω
καθυπάρχω
καθυπείκω
καθυπεμφαίνω
καθυπενδίδωμι
καθυπερακοντίζω
καθυπερβάλλω
καθυπερέχω
καθυπερηφανεύομαι
καθυπερηφανέω
καθυπερηφανία
καθύπερθε
καθύπερθεν
καθυπέρτατος
καθυπερτερέω
καθυπερτέρησις
καθυπερτερητικός
καθυπερτερία
καθυπέρτερος
καθυπερτίθεμαι
…
καθυβριστέον
Save
Bailly 2024
καθυβριστέον,
vb. du préc.
Clém.
1, 497, 505 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}