About
Menu

καρβατιών

καρβατιών, engine

καρβᾰτιών, ῶνος, ὁ,
  • engine of war, βάλλοντες λίθοις ἀπὸ τῶν κ. Ph. Bel. 92.28 codd. (fort. καρβατίνων (sc. οἰκιῶν)).

Saved

Recent