καρατόμησις Save Bailly 2024 Pape καρατόμησις, εως (ἡ) [ᾰᾱ] décollation, Rhét. 3, 596 W. Étym. καρατομέω. καρατόμησις, [ρᾱ], ἡ, = καρατομία, Sp.