καρβάν
καρβάν, ᾶνος (ὁ, ἡ) c. κάρβανος, Eschl. Suppl. 129.
καρβάν, ᾶνος, ὁ, Arcad. p. 8.10, = κάρβανος; nach den Alten von Κάρ, οἱ ἔχοντες Καρὸς βοήν, = βάρβαρος, ausländisch ; Aesch. αὐδά, Suppl. 122, χείρ, Ag. 1031 ; κάρβανος ὢν δʼ Ἕλλησιν ἐγχλίεις ἄγαν Suppl. 914 ; Lycophr. 605, 1387.