κατάγραπτος
κατάγραπτος, striped, variegated
κατά-γραπτος, ον,
- striped, variegated, Περσικά, σῦκα, ἀμύγδαλα, Gp. 10.14 tit., 47 tit., 60 tit., cf. Eust. 852.11.
κατάγραπτος, ος, ον, tacheté, Geop. 10, 14, etc.
Étym. καταγράφω.
κατάγραπτος, bemalt, bunt, Sp.; VLL erkl. ποικίλος.