Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καταγώγιμον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταγοράζω
καταγόραξις
καταγορασμός
καταγόρευσις
καταγορευτικός
καταγορεύω
καταγραπτέον
κατάγραπτος
καταγραφεύς
καταγραφή
κατάγραφος
καταγράφω
καταγρέω
κατάγρημι
καταγρυπόω
καταγυιόω
καταγυμνάζω
καταγυμνασία
καταγυμνόω
καταγύναιος
κατάγυνος
καταγυψόω
κατάγχουσα
κατάγχω
κατάγω
καταγωγεῖον
καταγωγεύς
καταγωγή
καταγωγία
καταγωγικός
καταγώγιμον
καταγώγιον
καταγώγιος
καταγωγίς
καταγωγός
καταγωνίζομαι
καταγώνισις
καταγωνισμός
καταγωνιστής
καταγωνιστικός
καταδαίνυμαι
καταδαίνυμι
καταδαίομαι
κατάδαιτον
καταδαίω
καταδάκνω
καταδακρυχέων
καταδακρύω
καταδακτυλίζω
καταδακτυλικός
καταδαμάζω
καταδαμαλίζω
καταδάμναμαι
καταδάνειος
καταδαπανάω
καταδαπάνη
καταδαπανητικός
καταδάπτω
καταδαρδάπτω
καταδαρθάνω
καταδατέομαι
…
καταγώγιμον
Save
LSJ
κατᾰγώγ-ιμον, τό,
= καταγώγιον II,
PTeb.
35.5 (ii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}