καταγώνισις
καταγώνισις, conquest
κατᾰγών-ισις, εως, ἡ,
- conquest, Gloss., Hsch. (κατάγωσις cod.).
καταγώνισις, ἡ, das Niederkämpfen, die Ueberwältigung, Sp.
καταγώνισις, conquest