καταγωγεῖον Save Bailly 2024 Pape καταγωγεῖον, ου (τὸ) [ᾰγ] dout. c. καταγώγιον, Antiph. fr. 53 Kock ; Mach. (Ath. 337d). καταγωγεῖον, s. καταγώγιον.