κατάγχουσα Save LSJ Bailly 2024 Pape κατ-άγχουσα, ἡ, = ἄγχουσα, Ps.-Dsc. 4.23. κατάγχουσα, ης (ἡ) c. ἄγχουσα, Diosc. 4, 23. Étym. part. prés. fém. du suiv. κατάγχουσα, ἡ, = ἄγχουσα, Diosc.