καταγραφεύς
καταγραφεύς, cataloguer
καταγρᾰφ-εύς, έως, ὁ,
- cataloguer, τῶν ἐθνικῶν Eust. 335.41.
καταγραφεύς, έως (ὁ) [ᾰφ] qui décrit, Eust. Il. 1, 524, 19 Van der Valk.
Étym. καταγράφω.
καταγραφεύς, ὁ, Beschreiber, Eudoc.