καταδαμαλίζω
καταδαμαλίζω, make havoc of
καταδᾰμᾰλίζω
- 1make havoc of in tmesis. μὴ φθινοπωρὶς ἀνέμων χειμερία κατὰ πνοὰ δαμαλίζοι χρόνον P. 5.121, cf. P. Oxy. 2624. 7.