καταδάμναμαι
καταδάμναμαι, = foreg., h.Merc. 137.
κατα·δάμναμαι (impf. 3 sg. κατεδάμνατο) [νᾰ] c. le préc. Hh. Merc. 137.
Étym. κ. δάμνημι.
καταδάμναμαι, sich unterwerfen, bewältigen, H.h. Merc. 137.
καταδάμναμαι
= καταδᾰμάζω, Hhymn.