καταδράσσομαι
καταδράσσομαι, lay hold of
καταδράσσομαι,
- lay hold of, τῆς φθοροποιοῦ δυνάμεως -δραξαμένης τῶν σωμάτων Dsc. Ther. Praef.; grasp, apprehend, τῆς ἀληθείας Procl. in Prm. p.534 S.; τῆς λέξεως τοῦ Πλάτωνος Id. in Ti. 3.107D.; [τοῦ ὅλως ἀγαθοῦ] Id. in Alc. p.153 C., cf. Olymp. in Alc. p.194 C.
κατα·δράσσομαι, att. -άττομαι, s’emparer de, saisir, acc. Diosc. Ther. præf. p. 44 ; Procl. Plat. Tim. p. 269.
καταδράσσομαι, att. -δράττομαι, ergreifen, Sp.