καταδύνω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape καταδύνω, v. καταδύω. κατα·δύνω (seul. prés. Arstt. H.A. 6, 15, et impf. κατέδυνον, Hh. Merc. 237 ; Hdt. 9, 37) c. καταδύω. καταδύνω zie καταδύω. καταδύνω, = καταδύομαι, s. unter καταδύω.