καταδρέπω
καταδρέπω, to strip off from
καταδρέπω,
- strip off, τῶν δενδρέων τὰ φύλλα Hdt. 8.115.
κατα·δρέπω, cueillir, Hdt. 8, 115.
καταδρέπω, abpflücken, Her. 8.115 τῶν δένδρων τὰ φύλλα.
καταδρέπω
fut. ψω
- to strip off from, τί τινος Hdt.