καταδρύπτω
καταδρύπτω, to tear in pieces, rend
καταδρύπτω,
- tear in pieces, rend, τὸ πρόσωπον AP 5.43 (Rufin., v.l. for -τρίψεις) ; παρειάς ib. 7.487 (Pers.), cf. M.Ant. 6.20:—Med., κατὰ δʼ ἐδρύπτοντο παρειάς Hes. Sc. 243.
κατα·δρύπτω, déchirer, écorcher, égratigner, Anth. 7, 487 ; M. Ant. 6, 20.
καταδρύπτω, zerkratzen, zerfleischen ; in tmesi, κατὰ δʼ ἐδρύπτοντο παρειάς, sie zerfleischten sich die Wangen, Hes. Sc. 243 ; τὸ πρόσωπον Rufin. 28 (V.43); ὄνυξι M.Anton. 6.20.
καταδρύπτω
fut. -ψω
- to tear in pieces, rend, Anth.:— Mid., Hes.