κατάκλιτον
κατάκλιτον, couch, chaise-longue
κατά-κλῐτον, τό,
- couch, chaise-longue, Suid., Phot.
κατάκλιτον, τό, Lager, Bett, Lehnstuhl, VLL.
κατάκλιτον, couch, chaise-longue